Τρίτη, 29 Μαρτίου 2011

Οικονομικές και άλλες κρίσεις στα μέτρα των Αμερικανών

Από την επίγνωση της διεθνούς κατάστασης και την αυτογνωσία που διαθέτει μια χώρα, εξαρτάται πόσο εύστοχες προσπάθειες κι επιλογές μπορεί να κάνει για να βελτιώσει τη θέση της, ιδίως σε δύσκολους καιρούς. Επειδή τα μέσα αποπροσανατολισμού κι αλλοτρίωσης αφθονούν στις μέρες μας, οι απόψεις που εκτίθενται παρακάτω, έστω με τον αναπόφευκτο υποκειμενισμό τους, αποτελούν μια προσπάθεια συνδρομής στην απόκτηση αυτής της επίγνωσης και αυτογνωσίας.

Μπορεί κανείς να  ανατρέξει σε όσο πιο παλιές ιστορικές εξελίξεις για να εξηγήσει τη σημερινή κατάσταση, αλλά αυτό που κατά τη γνώμη μας αποτελεί το ορόσημο μιας νέας τροπής των πραγμάτων είναι η αποδόμηση της Σοβιετικής Ένωσης και το τέλος του διπολισμού. Στην αποδόμηση αυτή, που διαδραματίστηκε επί Γκορμπατσώφ, συνέβαλαν, εκτός από τα εγγενή προβλήματα του σοβιετικού συστήματος, οι  συστηματικές και συντονισμένες ενέργειες των ισχυρότερων δυτικών χωρών, τόσο φανερά, όσο και παρασκηνιακά, κυρίως κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ‘80.

Αποτέλεσμα αυτής της ανατροπής ήταν να θεωρήσουν οι ΗΠΑ ότι είχαν πλέον αναχθεί σε μοναδική παγκόσμια υπερδύναμη, της οποίας η κυριαρχία θα συνδυάζονταν με μια νέα τάξη πραγμάτων, που δεν παρέλειπαν να εξαγγέλλουν, ως άλλοι αυτοκράτορες, σε όλους τους μελλοντικούς υποτελείς των, όπως και στη Βουλή των Ελλήνων. Αυτή η εξαγγελία ήταν το προοίμιο ενός νέου στυλ εξουσίας, που συνίστατο σε προαναγγελία των εξελίξεων στον πλανήτη, τις οποίες στη συνέχεια θα φρόντιζαν επισταμένα και με το ελάχιστο ρίσκο να κάνουν πράξη, χωρίς να τηρούν καν τα προσχήματα των διεθνών ψηφισμάτων, ούτε να χρειάζονται τη συναίνεση των παραδοσιακών συμμάχων, στους οποίους απλώς θα επέβαλλαν τη βούλησή τους. Η πρώτη επέμβαση στον κόλπο και οι βομβαρδισμοί της Σερβίας αποτελούν τα πιο χαρακτηριστικά δείγματα.

Στις ΗΠΑ δεν αρκούσε η επικράτηση έναντι της Σοβιετικής Ένωσης και η ευχέρεια να νέμεται πλουτοπαραγωγικές πηγές χωρίς αντίπαλο. Έπρεπε να ανακόψει και οποιαδήποτε άλλη δυναμική, η οποία θα μπορούσε να εξελιχθεί σε νέο αντίπαλο δέος. Με μια Ιαπωνία σε κατιούσα και μια Κίνα σε υπαρξιακές αναζητήσεις  επαναπροσδιορισμού του κοινωνικοοικονομικού της μοντέλου και του νέου ρόλου της μετά το διπολισμό, η πλέον υπολογίσιμη απειλή, τόσο σε οικονομικό, όσο και σε στρατιωτικό επίπεδο, εγείρονταν, κατά τη δεκαετία του 90,  από την Ευρωπαϊκή Ένωση: μια Ευρωπαϊκή Ένωση, που έφτασε στο απόγειο επί εποχής Ντελόρ και, με κεκτημένη ταχύτητα,  δεν έκρυβε τις προθέσεις της για επέκταση της οικονομικής ισχύος, σε αντίστοιχη  πολιτική και στρατιωτική, σπεύδοντας,  γι’αυτό, να εκμεταλλευτεί όλες τις ευκαιρίες διεύρυνσης που της πρόσφερε η αποδόμηση του ανατολικού μπλόκ. Εδώ πρέπει να σημειώσουμε, βέβαια, ότι η προωθούμενη ιδέα της Ενωμένης Ευρώπης δεν ήταν, ακόμα και στις καλύτερες μέρες της, τόσο αγνή όσο φάνταζε, αφού κατά βάθος εξυπηρετούσε τις βλέψεις της Γαλλίας για ειρηνική κηδεμονία στην Ευρώπη, μέσω της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Κάτι τέτοιο φαινόταν στα μέτρα της, επί εποχής διπολισμού, αφού τότε η μεν Γερμανία, ακόμα υπό τετραπλή κηδεμονία, ήταν στρατιωτικά παροπλισμένη και πολιτικά πειθήνια (ας θυμηθούμε την συνεχή υποχωρητικότητα του Κολ, έναντι του Μιτεράν, σε πολιτικά και οικονομικά ζητήματα), η δε Αγγλία, μη έχοντας την αμερικάνικη στήριξη, εξαντλούνταν σε αντιδραστικές, έναντι της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κινήσεις, των οποίων η κυριότερη συνέπεια ήταν να την κρατούν σε απομόνωση.

Από την εποχή, όμως, της νέας τάξης πραγμάτων, η Αγγλία, η οποία μετείχε στην Ευρωπαϊκή Ένωση για να μπορεί να χαλάει εκ των ένδον και όχι για να συμβάλλει στο στόχο της Ενωμένης Ευρώπης (αν και αυτός ο Αγγλικός κυνισμός υπαγορεύονταν κυρίως από τον ανταγωνισμό με τη Γαλλία),  βρήκε επί τέλους τον τρόπο να αποκτήσει ενεργό ρόλο, προσφερόμενη να αποτελεί τον πειθήνιο επιστάτη των ΗΠΑ στην Ευρώπη. Θέλοντας να επωφεληθούν από τη νέα τάξη πραγμάτων, η οποία εμφανιζόταν όλο και περισσότερο ως αναπότρεπτη εξέλιξη, έσπευσαν αργότερα να παίξουν παρόμοιο ρόλο οι κυβερνήσεις της Πορτογαλίας και της Ισπανίας. Όλοι θυμούμαστε την συνάντηση των Μπούς, Μπλέρ, Μπαρόζο και Αθνάρ στις Αζόρες και το κοινό ανακοινωθέν για την εισβολή στο Ιράκ. Οι πρώην ανατολικές χώρες, αποτέλεσαν εύκολο αντικείμενο διάβρωσης από τις ΗΠΑ και την Αγγλία, προς την υιοθέτηση στενά εθνικών συμφεροντολογικών θέσεων, που ενέτειναν την πολυφωνία και την αδυναμία για κοινή πλεύση στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Όσο για τις χώρες που είχαν πριν τον μεγαλύτερο ρόλο στην  Ένωση (Γαλλία, Γερμανία, Ιταλία), όντας αδύναμες να επηρεάσουν τις αμερικάνικες θέσεις, αναγκάζονταν τελικά να προσχωρούν σε αυτές,  για να μη βρεθούν εκτός των εξελίξεων ή περιπέσουν στη δυσμένεια του αφεντικού. Έτσι οι ΗΠΑ, επικουρούμενες από την Αγγλία και κάποιους άλλους καλοθελητές, πέτυχαν σε σημαντικό βαθμό να αναχθούν σε ρυθμιστές των εξελίξεων στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Εκτός από το πολιτικό και στρατιωτικό μέτωπο, οι ΗΠΑ σκόπευαν να εδραιώσουν τη νέα τάξη πραγμάτων σε οικονομικό και πολιτιστικό επίπεδο.

Σε οικονομικό επίπεδο, μέσω των χρηματοπιστωτικών οίκων, των αγορών κεφαλαίων και των τεχνικών διαχείρισης άυλων τίτλων ανά τον κόσμο, για τα οποία, ως εμπνευστές και δημιουργοί,  εκτιμούσαν ότι είχαν προβάδισμα και θα πετύχαιναν τη βελτιστοποίηση προς όφελος της αμερικάνικης οικονομίας. Οι θιασώτες της ελεύθερης αγοράς θα έβρισκαν τη δικαίωσή τους στην πιο εξελιγμένη μορφή λειτουργίας της.

Σε πολιτιστικό επίπεδο, μέσω της παγκοσμιοποίησης, στην οποία εκτιμούσαν ότι θα έχουν την πρωτοκαθεδρία, επειδή και αυτή βασίζονταν σε δικά τους τεχνολογικά και πολιτιστικά πρότυπα: το internet, τα media, τη βιομηχανία κινηματογράφου και μουσικής. Η πρόθεση για διάδοση των αμερικάνικων πολιτιστικών προτύπων και  τρόπου ζωής, εις βάρος της ιστορίας, της πολιτιστικής κληρονομιάς και ταυτότητας των λαών,  προδίδεται από πολλά περιστατικά: από την καταστροφή μνημείων και μουσείων κατά τους βομβαρδισμούς του Ιράκ και της Σερβίας ως την προώθηση του διαπολιτισμικού Rock.

Οι προσδοκίες αυτές, για πολιτικοστρατιωτική, οικονομική και πολιτιστική επικράτηση δεν ευοδώθηκαν, όπως θα ανέμεναν οι ΗΠΑ, εξ αιτίας της κακής εκτίμησης των παρακάτω παραγόντων:

·        Ότι η Ρωσία, ως η σημαντικότερη δύναμη που προέκυψε από την πρώην Σοβιετική Ένωση, δεν θα παρέμενε εσαεί στην ηττοπάθεια της εποχής Γέλτσιν και στην κρίση που προκάλεσε η αποδόμηση, αλλά κάποια στιγμή θα διεκδικούσε ρόλο στις παγκόσμιες εξελίξεις. Λόγοι όπως η κατοχή πυρηνικών όπλων, ο έλεγχος πλουτοπαραγωγικών πηγών και η επιρροή – του φόβου ή του συμφέροντος – προς γειτονικές της χώρες, θα έφταναν για να της επιτρέπουν κάποια στιγμή να προβάλλει ανυποχώρητο βέτο κατά των αμερικάνικων επιδιώξεων. Μπορεί οι συνθήκες να μη συνέτρεχαν για κάτι τέτοιο, κατά τον βομβαρδισμό της Σερβίας, αλλά δεν συνέβη το ίδιο όταν επρόκειτο για την εγκατάσταση πυραύλων σε πρώην ανατολικές χώρες ή την ένταξη κάποιων από αυτές στο ΝΑΤΟ. Οι θέσεις και πρωτοβουλίες του Πούτιν άρχισαν να γίνονται υπολογίσιμο εμπόδιο στα σχέδια των Αμερικάνων και απόδειξη,  μεταξύ άλλων, γι’αυτό, αποτελεί το γεγονός ότι η Ρωσία έπαψε πλέον να μένει στο απυρόβλητο του Αγγλοσαξωνικού τύπου. Τόσο η υπεροψία των Αμερικανών, όσο και η πολιτικοστρατιωτική τους επιρροή ανακόπηκαν σε μεγάλο βαθμό. Οι Γάλλοι  και  Γερμανοί, που είχαν περιοριστεί σε ρόλο κομπάρσου, επωφελούνται από τη νέα κατάσταση και, χωρίς να αλλάζουν  θεαματικά στάση έναντι των ΗΠΑ, αρχίζουν να εκφράζουν θέσεις και να αναλαμβάνουν πολιτικές και στρατιωτικές πρωτοβουλίες. Ιδίως η Γερμανία, η οποία αξιοποίησε το προηγούμενο διάστημα παραγκωνισμού της από τη διεθνή σκηνή, για να εξομαλύνει εσωτερικά της κοινωνικοοικονομικά ζητήματα και τις συνέπειες της επανένωσης, ενισχυμένη πλέον, άρχισε να διεκδικεί όλο και περισσότερο πολιτικό και στρατιωτικό ρόλο, εκτός από τον οικονομικό που είχε πάντα.

·        Σε οικονομικό επίπεδο, τα μέσα τα οποία πίστευαν οι Αμερικάνοι ότι θα τους εξασφάλιζαν και την οικονομική επικυριαρχία, περιήλθαν και στα χέρια των χωρών της ανατολικής Ασίας, οι οποίες, στην εφαρμογή τους αποδείχθηκαν καλύτερες από τους επινοητές και δασκάλους. Αυτό, παράλληλα με την αξιοποίηση μιας παραγωγικής δυναμικής, οδήγησε τις χώρες αυτές και κυρίως την Κίνα και την Ινδία σε υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, σε βάρος των χρηματοοικονομικών οίκων και των οικονομιών των δυτικών χωρών, που αντλούσαν ισχύ και από αυτή την περιοχή του κόσμου. Η συρρίκνωση της αγοράς για τις δυτικές οικονομίες προέρχονταν και από το γεγονός ότι  η Κίνα, εκτός από τον έλεγχο της δικής της οικονομικής ανάπτυξης, άρχισε να εκδηλώνει βλέψεις εξάπλωσης των δραστηριοτήτων της, με όλο και περισσότερο γοργούς ρυθμούς, σε όλο τον κόσμο. Τα οικονομικά μέσα στα οποία οι ΗΠΑ βάσιζαν την οικονομική επικυριαρχία, άρχισαν να γίνονται boomerang. Οι χρηματοπιστωτικοί οίκοι είδαν το μερίδιο αγοράς τους και τα κέρδη τους να εξανεμίζονται και ήρθαν αντιμέτωποι με τη χρεοκοπία. Οι κυβερνήσεις των δυτικών χωρών, βασίζοντας σε αυτούς την οικονομική ισχύ τους, έσπευσαν να τους στηρίξουν. Αυτό όμως δεν έφτανε. Οι θιασώτες της ελεύθερης αγοράς, προκειμένου να περισώσουν το μοντέλο τους και τις οικονομίες των μεγάλων χωρών, προσπάθησαν να επιστρατεύσουν κάθε μέσο, που θα εξασφάλιζε την επιστροφή και συγκέντρωση των κεφαλαίων, στα κέντρα του καπιταλιστικού συστήματος, πράγμα που ισοδυναμεί με την δημιουργία της οικονομικής κρίσης. Η συγκέντρωση των κεφαλαίων θα γινόταν σε βάρος των εισοδημάτων των πολιτών όλων των χωρών και περισσότερο αυτών που ήσαν οικονομικά οι πλέον ευάλωτες, λόγω συνδυασμού μεγάλου χρέους και μη ύπαρξης παραγωγικής δυναμικής. Όπως αποδείχθηκε, η Ελλάδα βρέθηκε ως η πλέον ευάλωτη, από αυτή την άποψη, χώρα. Από αυτή την προσπάθεια διάσωσης και ενίσχυσης του μοντέλου της ελεύθερης αγοράς, οι ΗΠΑ ήθελαν να επωφεληθούν οι ίδιες τα μέγιστα και για το λόγο αυτό δεν άφησαν τις περιφερειακές οικονομίες να ρυθμίσουν μόνες τα προβλήματά τους αλλά επιδίωξαν να εμπλακούν οι ίδιες, αφενός με τη διαμόρφωση κλίματος, μέσω των αξιολογήσεων των οικονομιών από τους χρηματοπιστωτικούς οίκους, αφετέρου μέσω της άμεσης παρέμβασης του ΔΝΤ στη διαχείριση των οικονομικών των αδύναμων χωρών. Μέσω της οικονομικής εξάρτησης, δημιουργούνται συνθήκες πολιτικής κηδεμονίας. Μέσω της οικονομικής κρίσης, οι χώρες βλέπουν το επίπεδο διαβίωσης και την πολιτική ανεξαρτησία τους να επανέρχονται σε παλιότερα χαμηλά επίπεδα.

·        Σε πολιτιστικό επίπεδο δεν παρατηρήθηκε κάποια παρόμοια αντίρροπη τάση. Ωστόσο, το μοντέλο της παγκοσμιοποίησης δημιούργησε σε πολλές χώρες αντανακλαστικά άμυνας τα οποία σε κάποιες περιπτώσεις οδήγησαν ως τη λήψη προστατευτικών μέτρων (βλ. την απαγόρευση του google στην Κίνα). Σημασία έχει ότι διαθόθηκε παγκόσμια  η συζήτηση για τις συνέπειες της παγκοσμιοποίησης και έτσι δημιουργήθηκαν αντισώματα στους λαούς που θα εμπόδιζαν μια εύκολη παράδοση στην pacta americana, όπως την οραματίζονταν οι ΗΠΑ.

Συνοψίζοντας, οι ΗΠΑ είδαν το μοντέλο της νέας τάξης πραγμάτων, μέσω των πολιτικοστρατιωτικών, οικονομικών και πολιτιστικών μέσων να μην εφαρμόζεται όπως το είχαν αρχικά προδιαγράψει. Οι αντίρροπες δυνάμεις που δημιουργήθηκαν προκάλεσαν απειλές για την ίδια την υπόστασή τους, πράγμα που τις ανάγκασε να εγκαταλείψουν την αρχική υπεροψία του κηδεμόνα που υπαγόρευε τη θέλησή του σε όλους και να αναδιπλωθούν σε πιο παραδοσιακές μορφές δράσης, ενατενίζοντας τις άλλες ισχυρές δυτικές χώρες ως απαραίτητους συμμάχους και όχι ως πειθήνιους υφισταμένους. Στην ουσία, αφού τις συμπαρέσυρε με τη νέα τάξη πραγμάτων σε δυσχερείς καταστάσεις, στη συνέχεια προσπάθησε να τις προσεταιριστεί για την έξοδο από αυτές.

Ασφαλώς η οικονομική κρίση και επανασυγκέντρωση των κεφαλαίων στα κέντρα του καπιταλισμού δεν θα αρκούσαν για πολύ για να συντηρήσουν το σύστημα, δεδομένου ότι η συνολική πίτα έφθηνε, αφενός από την ανάπτυξη των αναδυόμενων οικονομιών, αφετέρου από την τάση επέκτασής τους σε ζώνες ζωτικού ενδιαφέροντος των δυτικών χωρών. Η πρόσφατη πολιτικοστρατιωτική κρίση στις αραβικές χώρες αποσκοπεί από τη μια στην ανακοπή της κινέζικης εξάπλωσης, μέσω δραστηριοτήτων και deals, σε μια ευρεία περιοχή ζωτικού ενδιαφέροντος, από την άλλη στην επάνοδο των δυτικών σε μια περιοχή όπου τα υπάρχοντα καθεστώτα ή διέφευγαν τον έλεγχο ή δεν εξυπηρετούσαν πλέον τα συμφέροντα της Δύσης και όπου άρχισαν να διαμορφώνονται νέες καταστάσεις και ισορροπίες δυνάμεων, κυρίως λόγω της ισχυροποίησης του ρόλου του Ιράν και της Τουρκίας.

Στο πλαίσιο αυτό οι ισχυρότερες ευρωπαϊκές χώρες (Γερμανία, Γαλλία, Αγγλία) ασχολούνται περισσότερο με την ενδυνάμωση του ρόλου τους στο νέο διεθνές περιβάλλον, προτάσσοντας η κάθε μια το εθνικό συμφέρον και βάζοντας σε δεύτερη μοίρα - χωρίς να τους απεμπολούν πλήρως στο βαθμό που βρίσκουν κάποιο λογαριασμό -  στόχους όπως η Ενωμένη Ευρώπη. Η Τουρκία προσπαθεί να εδραιωθεί ως σημαντική δύναμη στην περιοχή, με βαθμούς ανεξαρτησίας από τη Δύση και θεωρώντας όλο και λιγότερο τις διαφορές της με την Ελλάδα ως το κυρίαρχο στοιχείο της εξωτερικής και αμυντικής της πολιτικής. Το ότι αυτή την περίοδο τηρεί στάση αδιάφορη ως διαλλακτική και δεν επιχειρεί να εγείρει ζητήματα, εκμεταλλευόμενη τη δύσκολη θέση της χώρας μας - σε αντίθεση με το παρελθόν και μάλιστα σε περιόδους που χρειαζόταν την υποστήριξή μας για τους ευρωπαϊκούς της προσανατολισμούς – δεν πρέπει να μας ξενίζει. Η εξωτερική πολιτική της Τουρκίας, έναντι της Ελλάδας δεν υπήρξε ποτέ μυωπική και ανυπόμονη. Αν εκδήλωνε διάθεση εκμετάλλευσης της δύσκολης συγκυρίας που διέρχεται η χώρα μας, το πιθανότερο είναι να προκαλούσε αντιδράσεις αλληλεγγύης προς την Ελλάδα, από τους Εταίρους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που θα αλλοίωναν την αυστηρή μεταχείριση που της επιφυλάσσουν αυτή την περίοδο, μετατοπίζοντάς την από το οικονομικό σε άλλα πεδία, τα οποία θα πρόσφεραν πιθανές διεξόδους στα σημερινά αδιέξοδα που διάγει η χώρα μας. Παράλληλα, έτσι μπορεί να τροφοδοτούσε την καχυποψία και τις αντιδράσεις των δυτικών χωρών, για τις προθέσεις της στην περιοχή. Η Τουρκία, χωρίς να έχει παραιτηθεί από τις κλασικές βλέψεις της, αυτή την περίοδο τις εντάσσει στο πλαίσιο της γενικότερης ισχυροποίησης του ρόλου της στην περιοχή από την οποία, ως φυσική απόρροια, προσδοκά να αποκομίσει και οφέλη από το δυτικό ακόμα πιο αποδυναμωμένο γείτονα. Βέβαια σε αυτό θα βρει την αντίδραση των δυτικών χωρών, οι οποίες υποστήριξαν την απελευθέρωση της Ελλάδας από την Τουρκία, όχι για να την αφήσουν ανεξάρτητη από τις δικές τους επιρροές, αλλά ούτε όμως και να την επιστρέψουν στην Τουρκία.

Η Ελλάδα έχει πολλά ατού και περιθώρια πρωτοβουλιών, αν διαγνώσει σωστά  και αξιοποιήσει κατάλληλα το διαμορφούμενο διεθνές πλαίσιο. Η στρατηγική σημασία της - και όχι η ακίνητη περιουσία της - αξίζει πολλαπλάσια από το χρέος της.