Δευτέρα, 5 Μαρτίου 2012

Οι παπαγάλοι του φιλελευθερισμού ή λάθος διάγνωση σε λάθος κρίση


Όσοι, νέο-, παλαιο- ή απλώς φιλελεύθεροι, επικαλούνται ή ερίζουν πάνω στον Hayek, τον Friedman ή τον Keynes, για να συλλάβουν, να διαγνώσουν και να προτείνουν τρόπους αντιμετώπισης της σημερινής κρίσης, θυμίζουν κάποιον που ενώ έχασε τα κλειδιά του σ'ένα μακρύ δρόμο, τα έψαχνε, μέσα στην ασέληνη νύχτα, σε ένα και μοναδικό μέρος, επειδή εκεί φώτιζε κάποιος ηλεκτρικός στύλος.

Αδύναμοι να ανάψουν νέα φώτα, "φιλελεύθεροι"  οικονομολόγοι των αρχών του αιώνα μας - μη εξαιρουμένων και κάποιων βραβείων Νόμπελ - προσφεύγουν σε μοντέλα και θεωρήσεις του περασμένου αιώνα, που αντικατόπτριζαν τάσεις και προσδοκίες σ'ένα περιβάλλον βιομηχανικής επανάστασης και αφθονίας πόρων και ευκαιριών επένδυσης, όπου τα περιθώρια προστιθέμενης αξίας ήσαν μεγάλα και ο στόχος διαρκών πρωτογενών πλεονασμάτων και θετικών ρυθμών ανάπτυξης είχε νόημα και περιεχόμενο.

Η ισχύς των θεωρήσεων αυτών άρχισε,  ήδη για την πραγματική οικονομία, να τίθεται υπό αίρεση στις αναπτυγμένες χώρες, από τη δεκαετία του '80, όταν αφενός κάποιοι πόροι έφθιναν ανησυχητικά και άρχισαν να παρατηρούνται μη αναστρέψιμες συνέπειες στο φυσικό περιβάλλον, αφετέρου διαπιστώθηκε κορεσμός σε πολλούς κλασικούς τομείς επένδυσης και ανάπτυξης.

Οι δύο δεκαετίες που ακολούθησαν χαρακτηρίστηκαν, όσον αφορά την πραγματική οικονομία,  από προσπάθεια μετατόπισης του επενδυτικού ενδιαφέροντος από τους κλασικούς τομείς σε αυτούς των ΤΠΕ. Ωστόσο κι εδώ η προσφορά ξεπέρασε πολύ γρήγορα τη ζήτηση.

Η νέα οικονομία, των αγορών κεφαλαίων και των πάσης μορφής άυλων τίτλων και χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών, που αναπτύχθηκε τελευταία με πρωτόγνωρα σχήματα και ρυθμούς και η οποία, κατά κύριο λόγο, τροφοδότησε τις κάθε είδους φούσκες (δημόσιες και ιδιωτικές), δεν ήταν παρά μια προσπάθεια των φιλελεύθερης αντίληψης οικονομιών να ικανοποιήσουν δείκτες και κριτήρια (ΑΕΠ, ρυθμοί ανάπτυξης, πλεονάσματα, ισοζύγια, ισολογισμοί…) που ήταν πλέον αδύνατο να ικανοποιηθούν με όρους πραγματικής οικονομίας.

Μοιραία, όταν τα δάνεια των χωρών ανά τον πλανήτη ξεπερνούν κατά πολύ το παγκόσμιο προϊόν, όλες οι φούσκες αλυσιδωτά θα σκάσουν, και του δημόσιου και των τραπεζών, και, λογικά, όχι μόνο της Ελλάδας, αλλά όλων των χρεωμένων χωρών. Οι θεωρούμενοι ως ισχυρότεροι απλώς προσπαθούν να πάρουν παράταση ζωής, επιχειρώντας να απομυζήσουν αδηφάγα όσους πόρους μένουν ακόμα κι επανασυγκεντρώνοντας τα κεφάλαια που δάνεισαν ή, όπως προτιμούσαν να το εννοούν πριν, «επένδυσαν» σε μια ανύπαρκτη, για την φιλελεύθερη οικονομική σκέψη του περασμένου αιώνα, ανάπτυξη. Όμως, σ’ένα πλανήτη με πεπερασμένο, αν όχι φθίνον, προϊόν, για πόσο ακόμα θα έχουμε πρωτογενή πλεονάσματα, έστω και μέσω απομύζησης, για να αποπληρώνονται οι τεράστιες φούσκες των χρεών και να διατηρείται μια ανέφικτη μορφή ανάπτυξης;

Το θέμα δεν είναι επομένως ποιες φούσκες φταίνε περισσότερο και αν πρέπει να σπάσουν όλες, αλλά αν έχει νόημα σήμερα κι αν μπορεί να διατηρηθεί μια αντίληψη οικονομίας και ανάπτυξης (και κατ’αντιστοιχία κρίσης και διάγνωσης) που βασίζεται σε ξεπερασμένα μοντέλα του περασμένου αιώνα. Οι θέσεις των Hayek, Friedman και Keynes, άσχετα αν διέφεραν, ήταν ρηξικέλευθες επειδή ήταν σε συνάφεια με την εποχή τους. Οι «φιλελεύθεροι» μαθητευόμενοί τους, μεταφέροντάς τες κι εφαρμόζοντάς τες τυφλά στις σημερινές συνθήκες, χάνουν εξ όψεως το ανέφικτο του κλασικού τύπου ανάπτυξης και το μόνο που καταφέρνουν είναι να συμβάλλουν στη σύγχυση, προτείνοντας λάθος διαγνώσεις σε λάθος κρίσεις.

Ας απαλλαγούν οι κοινωνίες από το άγχος των αέναων πλεονασμάτων και των θετικών ρυθμών ανάπτυξης. Ούτε εφικτά είναι, ούτε απαραίτητα για το βιοτικό τους επίπεδο.

Κυριακή, 19 Φεβρουαρίου 2012

Το Παίγνιο της Ευρωζώνης και η Ελλάδα



Αυτό που συμβαίνει σήμερα γενικότερα στον κόσμο και ειδικότερα στην Ευρωζώνη  μπορεί να προσομοιωθεί με ένα παίγνιο, του οποίου η πολυπλοκότητα δεν έγκειται μόνο στους πολλαπλούς παίκτες, λιγότερο ή περισσότερο σημαντικούς, ούτε στις πολυάριθμες παραμέτρους, ποιοτικές ή ποσοτικές, αλλά στο ότι αυτά είναι δυναμικά και μπορούν να διαμορφώνονται και να μεταβάλλονται μέρα με τη μέρα.

Αν η Ελλάδα ήθελε να αποκομίσει το βέλτιστο αποτέλεσμα από αυτό το παίγνιο, θα όφειλε να συστήσει ένα σοβαρό διεπιστημονικό επιτελείο, που θα ανέλυε σε συνεχή βάση τους παίκτες και τις παραμέτρους και θα προσάρμοζε κατάλληλα τη στρατηγική και την τακτική της, ως προς τους επιδιωκόμενους στόχους.

Είναι σίγουρο ότι οι κυριότεροι παίκτες αυτού του παιγνίου, κάποιοι περισσότερο και κάποιοι λιγότερο εμφανείς, διαθέτουν, αν όχι τα ιδανικά, οπωσδήποτε αρκετά ικανοποιητικά επιτελεία. Παρότι κάποιοι από αυτούς περιέρχονται συχνά σε δυσχερή θέση, από τις θέσεις και κινήσεις τους προκύπτει ότι προσπαθούν τουλάχιστο να διατηρούν τον έλεγχο του παιγνίου, αν δεν καταφέρνουν κιόλας να αποκομίζουν συνεχή οφέλη, όπως είναι η περίπτωση της Γερμανίας.

Η χώρα μας στο παίγνιο αυτό βαδίζει «ξυπόλυτη στ’αγκάθια». Η έλλειψη σφαιρικότητας και συστηματικής ανάλυσης παικτών και παραμέτρων και η υποκατάστασή τους με προσωπικές θέσεις και κινήσεις, που τις χαρακτηρίζει αστοχία και μερικότητα, οδηγούν σε απεμπόληση των ποικίλων ατού της χώρας και εγκλωβισμό σε μια δημοσιονομική μόνο θεώρηση της κρίσης, που εξυπηρετεί τους δανειστές μας και, έτσι, αναγκαστικά, σ’ένα σπιράλ μειοδοσίας, που μαθηματικά καταλήγει στην εκποίηση των πάντων.

Από τη θεωρία παιγνίων, που βρίσκει μεγάλη εφαρμογή στην πολιτική και οικονομία, πέραν των άλλων χρήσιμων εργαλείων, μπορεί κανείς να χρησιμοποιήσει και τα μοντέλα ανάλυσης των στρατηγικών και των προοπτικών συνεργασίας μεταξύ των μελών μιας δυνητικής συμμαχίας. Με τα μοντέλα αυτά, είναι δυνατόν να διερευνηθεί αν υπάρχει ο λεγόμενος «πυρήνας του παιγνίου» μεταξύ των μελών της συμμαχίας. Εφόσον υπάρχει, τότε η παραμονή στη συμμαχία έχει ως αποτέλεσμα τη μεγιστοποίηση του συνολικού οφέλους (αύξηση της πίτας), αλλά και του μεριδίου του κάθε μέλους, εφόσον αυτό υιοθετεί τη βέλτιστη στρατηγική, ενώ η αποχώρηση οποιουδήποτε μέλους από τη συμμαχία θα απέβαινε εις βάρος και του ίδιου αλλά και των υπόλοιπων μελών.

Το ότι υπάρχει πυρήνας στο παίγνιο μεταξύ των 17 μελών της Ευρωζώνης, είναι μάλλον αδιαμφισβήτητο και αποδεικνύεται κυρίως από τις προσπάθειες διάρρηξης που γίνονται από τους ανταγωνιστές της. Αυτό σημαίνει ότι αν η κάθε χώρα υιοθετούσε τη βέλτιστη  γι’αυτή στρατηγική, δε θα συνέφερε σε καμία η εκούσια ή μη έξοδος μιας χώρας από την Ευρωζώνη. Πόσο μάλλον, όταν μια χώρα, όπως η Ελλάδα, απέχει από το να υιοθετεί τη βέλτιστη γι’αυτή στρατηγική, οπότε, κατά πάσα πιθανότητα, το δικό της όφελος μπορεί να είναι και αρνητικό και το προσδοκώμενο από τις άλλες μεγαλύτερο. Όλα τα άλλα υπάγονται στις «μπλόφες» και «απειλές» του παιγνίου, με στόχο τον περιορισμό του πεδίου δράσης της Ελλάδας και τον κατευνασμό  κάποιων αδαών που αντιδρούν στην παραμονή της στην Ευρωζώνη. Μάλιστα, αν η  κερδοσκοπία πάνω στην κρίση είναι που κρατά τη Γερμανία όρθια, πάνω σε πήλινα πόδια, τότε ο κίνδυνος διάρρηξης της Ευρωζώνης όχι μόνο δεν έπρεπε να συνιστά απειλή, αλλά να αποτελεί ατού για τις χώρες του νότου.

Με τους υφιστάμενους κανόνες παιχνιδιού, δε φαίνεται ότι συμφέρει σε κανέναν η έξοδος της Ελλάδας από την Ευρωζώνη. Το θέμα είναι η παραμονή της να μη συνοδεύεται με όλο και πιο επαχθείς γι’αυτήν όρους. Αν η Ελλάδα γνώριζε σε ικανοποιητικό βαθμό αυτό που συνιστά τη «χαρακτηριστική συνάρτηση» του οφέλους της ύπαρξης της Ευρωζώνης, καθώς και τι συνιστά δίκαια κατανομή αυτού του οφέλους (τη λεγόμενη «Τιμή του Shapley»), θα μπορούσε να θέσει, με τεκμηριωμένο τρόπο, όρια (τις λεγόμενες κόκκινες γραμμές) στις παραχωρήσεις της.

Για το σκοπό αυτό, θα έπρεπε η Ελληνική πολιτική να εγκαταλείψει τον εμπειρισμό και να υιοθετήσει σύγχρονες μεθόδους χάραξης στρατηγικής και διαπραγματεύσεων. Πολύ περισσότερο όταν έχει να κάνει με ένα περίπλοκο και ευμετάβλητο διεθνές πλαίσιο, με ρευστούς στόχους και ισορροπίες, στο οποίο δεν αποκλείεται οι ίδιοι παίκτες να είναι ταυτόχρονα σύμμαχοι, ως προς κάποια αντικείμενα, και αντίπαλοι ως προς άλλα.