Κυριακή, 19 Φεβρουαρίου 2012

Το Παίγνιο της Ευρωζώνης και η Ελλάδα



Αυτό που συμβαίνει σήμερα γενικότερα στον κόσμο και ειδικότερα στην Ευρωζώνη  μπορεί να προσομοιωθεί με ένα παίγνιο, του οποίου η πολυπλοκότητα δεν έγκειται μόνο στους πολλαπλούς παίκτες, λιγότερο ή περισσότερο σημαντικούς, ούτε στις πολυάριθμες παραμέτρους, ποιοτικές ή ποσοτικές, αλλά στο ότι αυτά είναι δυναμικά και μπορούν να διαμορφώνονται και να μεταβάλλονται μέρα με τη μέρα.

Αν η Ελλάδα ήθελε να αποκομίσει το βέλτιστο αποτέλεσμα από αυτό το παίγνιο, θα όφειλε να συστήσει ένα σοβαρό διεπιστημονικό επιτελείο, που θα ανέλυε σε συνεχή βάση τους παίκτες και τις παραμέτρους και θα προσάρμοζε κατάλληλα τη στρατηγική και την τακτική της, ως προς τους επιδιωκόμενους στόχους.

Είναι σίγουρο ότι οι κυριότεροι παίκτες αυτού του παιγνίου, κάποιοι περισσότερο και κάποιοι λιγότερο εμφανείς, διαθέτουν, αν όχι τα ιδανικά, οπωσδήποτε αρκετά ικανοποιητικά επιτελεία. Παρότι κάποιοι από αυτούς περιέρχονται συχνά σε δυσχερή θέση, από τις θέσεις και κινήσεις τους προκύπτει ότι προσπαθούν τουλάχιστο να διατηρούν τον έλεγχο του παιγνίου, αν δεν καταφέρνουν κιόλας να αποκομίζουν συνεχή οφέλη, όπως είναι η περίπτωση της Γερμανίας.

Η χώρα μας στο παίγνιο αυτό βαδίζει «ξυπόλυτη στ’αγκάθια». Η έλλειψη σφαιρικότητας και συστηματικής ανάλυσης παικτών και παραμέτρων και η υποκατάστασή τους με προσωπικές θέσεις και κινήσεις, που τις χαρακτηρίζει αστοχία και μερικότητα, οδηγούν σε απεμπόληση των ποικίλων ατού της χώρας και εγκλωβισμό σε μια δημοσιονομική μόνο θεώρηση της κρίσης, που εξυπηρετεί τους δανειστές μας και, έτσι, αναγκαστικά, σ’ένα σπιράλ μειοδοσίας, που μαθηματικά καταλήγει στην εκποίηση των πάντων.

Από τη θεωρία παιγνίων, που βρίσκει μεγάλη εφαρμογή στην πολιτική και οικονομία, πέραν των άλλων χρήσιμων εργαλείων, μπορεί κανείς να χρησιμοποιήσει και τα μοντέλα ανάλυσης των στρατηγικών και των προοπτικών συνεργασίας μεταξύ των μελών μιας δυνητικής συμμαχίας. Με τα μοντέλα αυτά, είναι δυνατόν να διερευνηθεί αν υπάρχει ο λεγόμενος «πυρήνας του παιγνίου» μεταξύ των μελών της συμμαχίας. Εφόσον υπάρχει, τότε η παραμονή στη συμμαχία έχει ως αποτέλεσμα τη μεγιστοποίηση του συνολικού οφέλους (αύξηση της πίτας), αλλά και του μεριδίου του κάθε μέλους, εφόσον αυτό υιοθετεί τη βέλτιστη στρατηγική, ενώ η αποχώρηση οποιουδήποτε μέλους από τη συμμαχία θα απέβαινε εις βάρος και του ίδιου αλλά και των υπόλοιπων μελών.

Το ότι υπάρχει πυρήνας στο παίγνιο μεταξύ των 17 μελών της Ευρωζώνης, είναι μάλλον αδιαμφισβήτητο και αποδεικνύεται κυρίως από τις προσπάθειες διάρρηξης που γίνονται από τους ανταγωνιστές της. Αυτό σημαίνει ότι αν η κάθε χώρα υιοθετούσε τη βέλτιστη  γι’αυτή στρατηγική, δε θα συνέφερε σε καμία η εκούσια ή μη έξοδος μιας χώρας από την Ευρωζώνη. Πόσο μάλλον, όταν μια χώρα, όπως η Ελλάδα, απέχει από το να υιοθετεί τη βέλτιστη γι’αυτή στρατηγική, οπότε, κατά πάσα πιθανότητα, το δικό της όφελος μπορεί να είναι και αρνητικό και το προσδοκώμενο από τις άλλες μεγαλύτερο. Όλα τα άλλα υπάγονται στις «μπλόφες» και «απειλές» του παιγνίου, με στόχο τον περιορισμό του πεδίου δράσης της Ελλάδας και τον κατευνασμό  κάποιων αδαών που αντιδρούν στην παραμονή της στην Ευρωζώνη. Μάλιστα, αν η  κερδοσκοπία πάνω στην κρίση είναι που κρατά τη Γερμανία όρθια, πάνω σε πήλινα πόδια, τότε ο κίνδυνος διάρρηξης της Ευρωζώνης όχι μόνο δεν έπρεπε να συνιστά απειλή, αλλά να αποτελεί ατού για τις χώρες του νότου.

Με τους υφιστάμενους κανόνες παιχνιδιού, δε φαίνεται ότι συμφέρει σε κανέναν η έξοδος της Ελλάδας από την Ευρωζώνη. Το θέμα είναι η παραμονή της να μη συνοδεύεται με όλο και πιο επαχθείς γι’αυτήν όρους. Αν η Ελλάδα γνώριζε σε ικανοποιητικό βαθμό αυτό που συνιστά τη «χαρακτηριστική συνάρτηση» του οφέλους της ύπαρξης της Ευρωζώνης, καθώς και τι συνιστά δίκαια κατανομή αυτού του οφέλους (τη λεγόμενη «Τιμή του Shapley»), θα μπορούσε να θέσει, με τεκμηριωμένο τρόπο, όρια (τις λεγόμενες κόκκινες γραμμές) στις παραχωρήσεις της.

Για το σκοπό αυτό, θα έπρεπε η Ελληνική πολιτική να εγκαταλείψει τον εμπειρισμό και να υιοθετήσει σύγχρονες μεθόδους χάραξης στρατηγικής και διαπραγματεύσεων. Πολύ περισσότερο όταν έχει να κάνει με ένα περίπλοκο και ευμετάβλητο διεθνές πλαίσιο, με ρευστούς στόχους και ισορροπίες, στο οποίο δεν αποκλείεται οι ίδιοι παίκτες να είναι ταυτόχρονα σύμμαχοι, ως προς κάποια αντικείμενα, και αντίπαλοι ως προς άλλα.